la pomada
Pronunciation
/pomˈaða/

Ορισμός και σημασία του "pomada"στα ισπανικά

La pomada
[gender: feminine]
01

αλοιφή, παστίλι

crema espesa que se usa para curar o proteger la piel
la pomada definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pomadas
Παραδείγματα
La pomada calmó la irritación de mi piel rápidamente.
Η αλοιφή κατέπραξε γρήγορα την ερεθισμό του δέρματός μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store