Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marear
01
νιώθω ζάλη, χάνω την ισορροπία
sentir que todo da vueltas o perder el equilibrio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mareo
γ΄ ενικό πρόσωπο
marea
ενεστώτα μετοχή
mareando
απλός αόριστος
me mareé
παθητική μετοχή
mareado
Παραδείγματα
Me mareé en el barco durante la tormenta.
Ζαλίστηκα στο σκάφος κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
LanGeek



























