Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marear
01
νιώθω ζάλη, χάνω την ισορροπία
sentir que todo da vueltas o perder el equilibrio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mareo
γ΄ ενικό πρόσωπο
marea
ενεστώτα μετοχή
mareando
απλός αόριστος
me mareé
παθητική μετοχή
mareado
Παραδείγματα
Se marearon por la altura del edificio.
Ζαλίστηκαν από το ύψος του κτιρίου.



























