marear
Pronunciation
/mˌaɾɛˈaɾse/

Ορισμός και σημασία του "marear"στα ισπανικά

marear
01

νιώθω ζάλη, χάνω την ισορροπία

sentir que todo da vueltas o perder el equilibrio
marear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mareo
γ΄ ενικό πρόσωπο
marea
ενεστώτα μετοχή
mareando
απλός αόριστος
me mareé
παθητική μετοχή
mareado
Παραδείγματα
Se marearon por la altura del edificio.
Ζαλίστηκαν από το ύψος του κτιρίου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store