dudar
Pronunciation
/duðˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "dudar"στα ισπανικά

01

αμφιβάλλω, διστάζω

no estar seguro o tener incertidumbre sobre algo
dudar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
dudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
duda
ενεστώτα μετοχή
dudando
απλός αόριστος
dudé
παθητική μετοχή
dudado
Παραδείγματα
Dudar es normal cuando se enfrenta a algo nuevo.
Να αμφιβάλλεις είναι φυσιολογικό όταν αντιμετωπίζεις κάτι νέο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store