Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dudar
01
αμφιβάλλω, διστάζω
no estar seguro o tener incertidumbre sobre algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
dudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
duda
ενεστώτα μετοχή
dudando
απλός αόριστος
dudé
παθητική μετοχή
dudado
Παραδείγματα
Dudar es normal cuando se enfrenta a algo nuevo.
Να αμφιβάλλεις είναι φυσιολογικό όταν αντιμετωπίζεις κάτι νέο.



























