Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disminuir
[past form: disminuí][present form: disminuyo]
01
μειώνω, ελαττώνω
hacer que algo sea menor en cantidad, tamaño o intensidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
disminuyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
disminuye
ενεστώτα μετοχή
disminuyendo
απλός αόριστος
disminuí
παθητική μετοχή
disminuido
Παραδείγματα
Necesito disminuir mi consumo de azúcar.
Πρέπει να μειώσω την κατανάλωση ζάχαρης μου.



























