Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predominar
01
επικρατώ
ser más fuerte, común o importante que otras cosas en un grupo o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
predomino
γ΄ ενικό πρόσωπο
predomina
ενεστώτα μετοχή
predominando
απλός αόριστος
predominé
παθητική μετοχή
predominado
Παραδείγματα
Predominan los estilos modernos en la arquitectura reciente.
Κυριαρχούν οι σύγχρονες τεχνοτροπίες στην πρόσφατη αρχιτεκτονική.



























