Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predominar
01
επικρατώ
ser más fuerte, común o importante que otras cosas en un grupo o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
predomino
γ΄ ενικό πρόσωπο
predomina
ενεστώτα μετοχή
predominando
απλός αόριστος
predominé
παθητική μετοχή
predominado
Παραδείγματα
En la región predomina el clima cálido.
Στην περιοχή επικρατεί το ζεστό κλίμα.



























