el pesimismo
Pronunciation
/pˌesimˈismo/

Ορισμός και σημασία του "pesimismo"στα ισπανικά

El pesimismo
[gender: masculine]
01

πεσιμισμός

tendencia a ver o anticipar los aspectos negativos de una situación
el pesimismo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su pesimismo le impedía ver soluciones positivas.
Ο πεσιμισμός του τον εμπόδιζε να δει θετικές λύσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store