Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brillar
[past form: brillé][present form: brillo]
01
λαμπυρίζω
mostrar felicidad, entusiasmo o alegría de manera evidente, como si resplandeciera
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
brillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
brilla
ενεστώτα μετοχή
brillando
απλός αόριστος
brillé
παθητική μετοχή
brillado
Παραδείγματα
Su sonrisa brillante iluminaba toda la habitación.
Το λαμπερό χαμόγελό της φώτιζε όλο το δωμάτιο.



























