brillar
bri
bɾi
bri
llar
ˈʎaɾ
liar
billar

Ορισμός και σημασία του "brillar"στα ισπανικά

brillar
01

λαμπυρίζω

mostrar felicidad, entusiasmo o alegría de manera evidente, como si resplandeciera 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
brillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
brilla
ενεστώτα μετοχή
brillando
απλός αόριστος
brillé
παθητική μετοχή
brillado
Παραδείγματα
Sus ojos brillaban de felicidad al ver a su familia. 

Τα μάτια της λάμπανε από ευτυχία βλέποντας την οικογένειά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store