Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pezuña
[gender: feminine]
01
οπλή
la uña grande y dura que cubre la punta del pie de algunos animales como el caballo o la vaca
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pezuñas
Παραδείγματα
Una oveja necesita que le recorten las pezuñas regularmente.
Ένα πρόβατο χρειάζεται να του κόβουν τα οπλές τακτικά.
Λεξικό Δέντρο
pezuña
pez
uña



























