Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insultar
[past form: insulté][present form: insulto]
01
προσβάλλω, βρίζω
decir palabras ofensivas o desagradables a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
insulto
γ΄ ενικό πρόσωπο
insulta
ενεστώτα μετοχή
insultando
απλός αόριστος
insulté
παθητική μετοχή
insultado
Παραδείγματα
Él siempre insulta cuando está enfadado.
Πάντα προσβάλλει όταν είναι θυμωμένος.



























