Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nostálgico
01
νοσταλγικός
que siente o expresa nostalgia por algo del pasado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más nostálgico
συγκριτικός βαθμός
más nostálgico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nostálgico
αρσενικό πληθυντικό
nostálgicos
θηλυκό ενικό
nostálgica
θηλυκό πληθυντικό
nostálgicas
Παραδείγματα
Los recuerdos de la familia lo hicieron nostálgico.
Οι αναμνήσεις της οικογένειας τον έκαναν νοσταλγικό.
02
νοσταλγικός
que recuerda o evoca sentimientos del pasado, con un carácter antiguo o entrañable
Παραδείγματα
La canción tiene un tono nostálgico que emociona.
Το τραγούδι έχει ένα νοσταλγικό τόνο που συγκινεί.



























