nostálgico
no
no
no
stál
stal
stal
gi
xi
khi
co
ko
ko

Ορισμός και σημασία του "nostálgico"στα ισπανικά

nostálgico
01

νοσταλγικός

que siente o expresa nostalgia por algo del pasado 
nostálgico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más nostálgico
συγκριτικός βαθμός
más nostálgico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nostálgico
αρσενικό πληθυντικό
nostálgicos
θηλυκό ενικό
nostálgica
θηλυκό πληθυντικό
nostálgicas
Παραδείγματα
Me siento nostálgico al ver fotos de mi infancia. 

Νιώθω νοσταλγία όταν βλέπω φωτογραφίες από την παιδική μου ηλικία.

02

νοσταλγικός

que recuerda o evoca sentimientos del pasado, con un carácter antiguo o entrañable 
Παραδείγματα
Escuchamos música nostálgica de los años 80. 

Ακούμε νοσταλγική μουσική από τη δεκαετία του '80.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store