Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La juventud
[gender: feminine]
01
νεότητα
etapa de la vida entre la niñez y la edad adulta, caracterizada por la vitalidad y el desarrollo personal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La juventud actual enfrenta muchos desafíos.
Η σημερινή νεολαία αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις.



























