el colectivo
co
ko
ko
lec
lek
lek
ti
ˈti
ti
vo
bo
bo
correctivocoactivo

Ορισμός και σημασία του "colectivo"στα ισπανικά

01

συλλογικότητα

grupo de personas que comparten una actividad, interés o característica 
el colectivo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colectivos
Παραδείγματα
Un colectivo de artistas organizó la exposición. 

Μια συλλογικότητα καλλιτεχνών οργάνωσε την έκθεση.

02

συλλογικό ταξί, μίνι λεωφορείο

(Centroamérica) vehículo de transporte público compartido que sigue una ruta fija y recoge pasajeros 
Παραδείγματα
Tomó un colectivo para ir al centro. 

Πήρε ένα colectivo για να πάει στο κέντρο.

01

συλλογικός, κοινός

que pertenece o se refiere a un conjunto de personas o cosas consideradas como un grupo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
colectivo
αρσενικό πληθυντικό
colectivos
θηλυκό ενικό
colectiva
θηλυκό πληθυντικό
colectivas
Παραδείγματα
La decisión fue colectiva. 

Η απόφαση ήταν συλλογική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store