agitado
a
a
α
gi
xi
χι
ta
ˈta
τα
do
ðo
δο
agotado

Ορισμός και σημασία του "agitado"στα ισπανικά

01

ανήσυχος, νευρικός

que muestra inquietud, nerviosismo o alteración emocional 
agitado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más agitado
συγκριτικός βαθμός
más agitado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agitado
αρσενικό πληθυντικό
agitados
θηλυκό ενικό
agitada
θηλυκό πληθυντικό
agitadas
θεματικό πεδίο
estado, emoción, comportamiento
Παραδείγματα
Hablaba de manera agitada y sin parar. 

Μιλούσε με ταραγμένο τρόπο και χωρίς σταματημό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store