revuelto
rev
ˈreβ
reb
uel
wel
vel
to
to
to
resueltorevuelo

Ορισμός και σημασία του "revuelto"στα ισπανικά

01

ακατάστατος, μπερδεμένος

que está desordenado o mezclado de forma confusa 
revuelto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más revuelto
συγκριτικός βαθμός
más revuelto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
revuelto
αρσενικό πληθυντικό
revueltos
θηλυκό ενικό
revuelta
θηλυκό πληθυντικό
revueltas
Παραδείγματα
La habitación estaba completamente revuelta. 

Το δωμάτιο ήταν εντελώς ακατάστατο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store