mulato
mu
mu
μου
la
ˈla
λα
to
to
το
novatoolfatobaratononato

Ορισμός και σημασία του "mulato"στα ισπανικά

01

μουλάτος, μικτής καταγωγής

persona de ascendencia mixta, especialmente de padre europeo y madre africana, o viceversa 
mulato definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mulato
αρσενικό πληθυντικό
mulatos
θηλυκό ενικό
mulata
θηλυκό πληθυντικό
mulatas
θεματικό πεδίο
etnicidad, identidad, ascendencia
Παραδείγματα
Él es mulato y vive en el Caribe. 

Είναι μούλατος και ζει στην Καραϊβική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store