Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intercambiar
01
ανταλλάσσω
dar una cosa y recibir otra a cambio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
intercambio
γ΄ ενικό πρόσωπο
intercambia
ενεστώτα μετοχή
intercambiando
απλός αόριστος
intercambié
παθητική μετοχή
intercambiado
Παραδείγματα
Decidieron intercambiar regalos en la fiesta.
Αποφάσισαν να ανταλλάξουν δώρα στο πάρτι.



























