Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inalámbrico
01
ασύρματο, χωρίς καλώδιο
que funciona sin necesidad de cables
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inalámbrico
αρσενικό πληθυντικό
inalámbricos
θηλυκό ενικό
inalámbrica
θηλυκό πληθυντικό
inalámbricas
Παραδείγματα
El teléfono tiene conexión inalámbrica a la red de la oficina.
Το τηλέφωνο έχει ασύρματη σύνδεση με το δίκτυο του γραφείου.



























