Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grabar
01
ηχογραφώ
registrar sonidos, imágenes o programas en un soporte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
grabo
γ΄ ενικό πρόσωπο
graba
ενεστώτα μετοχή
grabando
απλός αόριστος
grabé
παθητική μετοχή
grabado
Παραδείγματα
Vamos a grabar un programa de radio esta tarde.
Θα ηχογραφήσουμε ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα αυτό το απόγευμα.
02
χαράσσω, σκαλίζω
marcar un diseño o texto en una superficie dura mediante corte o presión
Παραδείγματα
El joyero grabó las iniciales en el anillo.
Ο κοσμηματοπώλης χαράκωσε τα αρχικά στο δαχτυλίδι.



























