Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cinta
01
κορδέλα
una tira larga y estrecha de tela, usada como adorno para el cabello o como decoración
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cintas
Παραδείγματα
La niña llevaba una cinta roja en el pelo.
Το μικρό κορίτσι φορούσε ένα κόκκινο κορδόνι στα μαλλιά.
02
ταινία
material delgado y flexible usado para grabar o transmitir sonido o información
Παραδείγματα
Puse la cinta en el reproductor para escuchar la música.
Έβαλα την κασέτα στο αναπαραγωγέα για να ακούσω τη μουσική.



























