casero
ca
ka
ka
se
ˈse
se
ro
ɾo
ro
caseríocarerocastrocajero

Ορισμός και σημασία του "casero"στα ισπανικά

01

σπιτικός, οικιακός

que se hace o pertenece a la casa o al hogar 
casero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
el más casero
συγκριτικός βαθμός
más casero
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
casero
αρσενικό πληθυντικό
caseros
θηλυκό ενικό
casera
θηλυκό πληθυντικό
caseras
θεματικό πεδίο
hogar, alimentación, producción
Παραδείγματα
Me gusta la comida casera porque es más saludable. 

Μου αρέσει το σπιτικό φαγητό γιατί είναι πιο υγιεινό.

01

ιδιοκτήτης, ενοικιαστής

persona que es dueña de una vivienda y la alquila a otra 
el casero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
caseros
αρσενικό ενικό
casero
θηλυκό ενικό
casera
neutral form
propietario
Παραδείγματα
El casero vive en el mismo edificio que los inquilinos. 

Ο ιδιοκτήτης ζει στο ίδιο κτίριο με τους ενοικιαστές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store