Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La residencia
01
κατοικία
lugar donde vive una persona de forma habitual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
residencias
Παραδείγματα
La residencia está situada en el centro de la ciudad.
Η κατοικία βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
02
ειδικότητα
periodo de formación práctica de un médico en un hospital tras finalizar sus estudios
Παραδείγματα
Está haciendo la residencia en cirugía general.
Κάνει ειδικότητα στη γενική χειρουργική.



























