Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
juguetear
01
παίζω με κάτι, κινώ κάτι χωρίς σοβαρό σκοπό
mover o manipular algo sin un propósito serio, a menudo por aburrimiento o nerviosismo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
jugueteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
juguetea
ενεστώτα μετοχή
jugueteando
απλός αόριστος
jugueteé
παθητική μετοχή
jugueteado
Παραδείγματα
Ella no podía dejar de juguetear con su collar.
Δεν μπορούσε να σταματήσει να παίζει με το κολιέ της.



























