Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
juguetear
01
παίζω με κάτι, κινώ κάτι χωρίς σοβαρό σκοπό
mover o manipular algo sin un propósito serio, a menudo por aburrimiento o nerviosismo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
jugueteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
juguetea
ενεστώτα μετοχή
jugueteando
απλός αόριστος
jugueteé
παθητική μετοχή
jugueteado
Παραδείγματα
El niño comenzó a juguetear con su lápiz durante la clase.
Το παιδί άρχισε να παίζει με το μολύβι του κατά τη διάρκεια του μαθήματος.



























