juguetear
ju
xu
khoo
gue
ɣe
ghe
tear
ˈteaɾ
tear
protestarperpetrarpatrullarcompletar

Ορισμός και σημασία του "juguetear"στα ισπανικά

juguetear
01

παίζω με κάτι, κινώ κάτι χωρίς σοβαρό σκοπό

mover o manipular algo sin un propósito serio, a menudo por aburrimiento o nerviosismo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
jugueteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
juguetea
ενεστώτα μετοχή
jugueteando
απλός αόριστος
jugueteé
παθητική μετοχή
jugueteado
Παραδείγματα
Ella no podía dejar de juguetear con su collar. 

Δεν μπορούσε να σταματήσει να παίζει με το κολιέ της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store