Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jugoso
01
χυμώδης, πλούσιος σε χυμό
que tiene mucho jugo o líquido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más jugoso
συγκριτικός βαθμός
más jugoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
jugoso
αρσενικό πληθυντικό
jugosos
θηλυκό ενικό
jugosa
θηλυκό πληθυντικό
jugosas
Παραδείγματα
Prefiero una manzana jugosa para la merienda.
Προτιμώ ένα χυμώδες μήλο για το σνακ.



























