dinámico
Pronunciation
/dinˈamiko/

Ορισμός και σημασία του "dinámico"στα ισπανικά

01

δυναμικός, δυναμική

que tiene movimiento, energía o capacidad de adaptación y cambio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más dinámico
συγκριτικός βαθμός
más dinámico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dinámico
αρσενικό πληθυντικό
dinámicos
θηλυκό ενικό
dinámica
θηλυκό πληθυντικό
dinámicas
Παραδείγματα
Su estilo de liderazgo es dinámico y flexible.
Το στυλ ηγεσίας του είναι δυναμικό και ευέλικτο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store