Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atropellar
[past form: atropellé][present form: atropello]
01
πατώ
pasar un vehículo por encima de una persona o animal, causando daño o lesiones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
atropello
γ΄ ενικό πρόσωπο
atropella
ενεστώτα μετοχή
atropellando
απλός αόριστος
atropellé
παθητική μετοχή
atropellado
Παραδείγματα
El coche casi atropella a un anciano.
Το αυτοκίνητο παραλίγο να πατήσει έναν ηλικιωμένο άνδρα.



























