Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eclesiástico
01
εκκλησιαστικός
relacionado con la iglesia o con asuntos religiosos organizados
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
eclesiástico
αρσενικό πληθυντικό
eclesiásticos
θηλυκό ενικό
eclesiástica
θηλυκό πληθυντικό
eclesiásticas
Παραδείγματα
El poder eclesiástico influyó en la política medieval.
Η εκκλησιαστική εξουσία επηρέασε τη μεσαιωνική πολιτική.



























