Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La matrícula
[gender: feminine]
01
πλάκα κυκλοφορίας, αριθμός κυκλοφορίας
placa o número oficial que identifica un vehículo
Παραδείγματα
El auto fue multado por no llevar la matrícula.
Το αυτοκίνητο προσαράχθηκε για μη μεταφορά της πλάκας κυκλοφορίας.
02
πλάκα κυκλοφορίας
número o combinación de letras y números que identifica un vehículo
Παραδείγματα
Guarda la matrícula en un lugar seguro.
Φυλάξτε την πινακίδα κυκλοφορίας σε ασφαλές μέρος.
03
δίδακτρα, τέλος εγγραφής
la cuota o pago que se hace por recibir enseñanza en una escuela o universidad
Παραδείγματα
El préstamo estudiantil ayudó a financiar su matrícula.
Το φοιτητικό δάνειο βοήθησε στη χρηματοδότηση των δικαιωμάτων εγγραφής της.
04
πιστοποιητικό εγγραφής, βεβαίωση εγγραφής
documento o proceso que acredita la inscripción oficial en una institución educativa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
matrículas
Παραδείγματα
El alumno perdió su matrícula y tuvo que pedir otra.
Ο μαθητής έχασε την matrícula του και έπρεπε να ζητήσει άλλη.



























