Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lograr
01
επιτυγχάνω, καταφέρνω
conseguir o alcanzar una meta, propósito o resultado deseado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
logro
γ΄ ενικό πρόσωπο
logra
ενεστώτα μετοχή
logrando
απλός αόριστος
logré
παθητική μετοχή
logrado
Παραδείγματα
Ella logró cumplir su sueño de viajar a París.
Αυτή κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό της να ταξιδέψει στο Παρίσι.
02
καταφέρνω, μπορώ
conseguir realizar algo o alcanzar un objetivo
Παραδείγματα
Logró terminar el proyecto a tiempo.
Κατάφερε να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.



























