lograr
Pronunciation
/lɔɣɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "lograr"στα ισπανικά

lograr
[past form: logré][present form: logro]
01

επιτυγχάνω, καταφέρνω

conseguir o alcanzar una meta, propósito o resultado deseado
lograr definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
logro
γ΄ ενικό πρόσωπο
logra
ενεστώτα μετοχή
logrando
απλός αόριστος
logré
παθητική μετοχή
logrado
Παραδείγματα
Logró superar sus miedos.
Κατορθώνω να ξεπεράσει τους φόβους του.
02

καταφέρνω, μπορώ

conseguir realizar algo o alcanzar un objetivo
Παραδείγματα
Logró recordar todos los detalles de la reunión.
Κατάφερε να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες της συνάντησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store