lograr
log
ˈloɣ
logh
rar
ɾaɾ
rar
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "lograr"στα ισπανικά

lograr
01

επιτυγχάνω, καταφέρνω

conseguir o alcanzar una meta, propósito o resultado deseado 
lograr definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
logro
γ΄ ενικό πρόσωπο
logra
ενεστώτα μετοχή
logrando
απλός αόριστος
logré
παθητική μετοχή
logrado
Παραδείγματα
Ella logró cumplir su sueño de viajar a París. 

Αυτή κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό της να ταξιδέψει στο Παρίσι.

02

καταφέρνω, μπορώ

conseguir realizar algo o alcanzar un objetivo 
Παραδείγματα
Logró terminar el proyecto a tiempo. 

Κατάφερε να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store