Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fijar
01
καθορίζω, θέτω
establecer de manera clara y precisa una fecha, un límite, un objetivo u otra cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fija
ενεστώτα μετοχή
fijando
απλός αόριστος
fijé
παθητική μετοχή
fijado
Παραδείγματα
¿ Ya fijaron la hora de la reunión?
Έχουν ήδη καθορίσει την ώρα της συνάντησης ;
02
παρατηρώ, δίνω προσοχή σε
prestar atención o notar algo con cuidado
Παραδείγματα
Nos fijamos en que el precio había bajado.
Παρατηρήσαμε ότι η τιμή είχε πέσει.
03
συνδέω, προσαρμόζω
asegurar algo en un lugar para que no se mueva
Παραδείγματα
El obrero fijó la barandilla con pernos.
Ο εργάτης στερέωσε το κιγκλίδωμα με μπουλόνια.



























