fijar
fi
fi
fi
jar
ˈxaɾ
khar
bañarsecarlimarpesar

Ορισμός και σημασία του "fijar"στα ισπανικά

01

καθορίζω, θέτω

establecer de manera clara y precisa una fecha, un límite, un objetivo u otra cosa 
fijar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fija
ενεστώτα μετοχή
fijando
απλός αόριστος
fijé
παθητική μετοχή
fijado
Παραδείγματα
El profesor fijó la fecha del examen. 

Ο καθηγητής καθόρισε την ημερομηνία της εξέτασης.

02

παρατηρώ, δίνω προσοχή σε

prestar atención o notar algo con cuidado 
fijar definition and meaning
Παραδείγματα
Fíjate en los detalles de la pintura. 

Προσέξτε τις λεπτομέρειες της ζωγραφικής.

03

συνδέω, προσαρμόζω

asegurar algo en un lugar para que no se mueva 
fijar definition and meaning
Παραδείγματα
Voy a fijar el cuadro a la pared con clavos. 

Πρόκειται να στερεώσω τον πίνακα στον τοίχο με καρφιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store