Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fijar
01
καθορίζω, θέτω
establecer de manera clara y precisa una fecha, un límite, un objetivo u otra cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fija
ενεστώτα μετοχή
fijando
απλός αόριστος
fijé
παθητική μετοχή
fijado
Παραδείγματα
El profesor fijó la fecha del examen.
Ο καθηγητής καθόρισε την ημερομηνία της εξέτασης.
02
παρατηρώ, δίνω προσοχή σε
prestar atención o notar algo con cuidado
Παραδείγματα
Fíjate en los detalles de la pintura.
Προσέξτε τις λεπτομέρειες της ζωγραφικής.
03
συνδέω, προσαρμόζω
asegurar algo en un lugar para que no se mueva
Παραδείγματα
Voy a fijar el cuadro a la pared con clavos.
Πρόκειται να στερεώσω τον πίνακα στον τοίχο με καρφιά.



























