Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dificultad
[gender: feminine]
01
δυσκολία
situación que requiere esfuerzo o habilidad para ser superada
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dificultades
Παραδείγματα
Resolver este problema técnico presenta cierta dificultad.
Η επίλυση αυτού του τεχνικού προβλήματος παρουσιάζει μια ορισμένη δυσκολία.



























