Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confeccionar
01
ράβω, κατασκευάζω
hacer o fabricar una prenda de vestir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
confecciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
confecciona
ενεστώτα μετοχή
confeccionando
απλός αόριστος
confeccioné
παθητική μετοχή
confeccionado
Παραδείγματα
Mi abuela sabe confeccionar un vestido desde cero.
Η γιαγιά μου ξέρει να ράβει ένα φόρεμα από την αρχή.



























