Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
casar
01
παντρεύομαι, ενώνω σε γάμο
unir formalmente en matrimonio a dos personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
caso
γ΄ ενικό πρόσωπο
casa
ενεστώτα μετοχή
casando
απλός αόριστος
me casé
παθητική μετοχή
casado
Παραδείγματα
Ellos van a casarse en junio.
Θα παντρευτούν τον Ιούνιο.
02
ταιριάζω, συνδυάζομαι
combinar o concordar bien con otra cosa
Παραδείγματα
Ese color no casa con tu estilo de ropa.
Αυτό το χρώμα δεν ταιριάζει με το στυλ των ρούχων σου.



























