Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
casar
[past form: me casé][present form: me caso]
01
παντρεύομαι, ενώνω σε γάμο
unir formalmente en matrimonio a dos personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
caso
γ΄ ενικό πρόσωπο
casa
ενεστώτα μετοχή
casando
απλός αόριστος
me casé
παθητική μετοχή
casado
Παραδείγματα
Ellos se casaron en una iglesia pequeña.
Παντρεύτηκαν σε μια μικρή εκκλησία.
02
ταιριάζω, συνδυάζομαι
combinar o concordar bien con otra cosa
Παραδείγματα
Ese cuadro casa perfectamente con la pared azul.
Αυτός ο πίνακας ταιριάζει τέλεια με τον μπλε τοίχο.



























