Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bautizar
01
βαπτίζω
administrar el sacramento del bautismo a una persona, marcando su ingreso a la religión cristiana
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
bautizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bautiza
ενεστώτα μετοχή
bautizando
απλός αόριστος
bauticé
παθητική μετοχή
bautizado
Παραδείγματα
El sacerdote bautizó al niño en la iglesia el domingo pasado.
Ο ιερέας βάφτισε το παιδί στην εκκλησία την περασμένη Κυριακή.



























