Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aprovechar
01
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
usar algo para obtener beneficio o utilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aprovecho
γ΄ ενικό πρόσωπο
aprovecha
ενεστώτα μετοχή
aprovechando
απλός αόριστος
aproveché
παθητική μετοχή
aprovechado
Παραδείγματα
Aproveché la oportunidad para aprender algo nuevo.
Εξήγα την ευκαιρία για να μάθω κάτι νέο.



























