Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aprovechar
[past form: aproveché][present form: aprovecho]
01
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
usar algo para obtener beneficio o utilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aprovecho
γ΄ ενικό πρόσωπο
aprovecha
ενεστώτα μετοχή
aprovechando
απλός αόριστος
aproveché
παθητική μετοχή
aprovechado
Παραδείγματα
Debes aprovechar cada momento de la vida.
Πρέπει να αξιοποιείς κάθε στιγμή της ζωής.



























