Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La anécdota
[gender: feminine]
01
ανέκδοτο, σύντομη ιστορία
relato breve de un hecho curioso o interesante, normalmente basado en experiencias reales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
anécdotas
Παραδείγματα
El libro está lleno de anécdotas interesantes.
Το βιβλίο είναι γεμάτο ενδιαφέρουσες ανέκδοτες ιστορίες.



























