alojar
a
a
a
lo
lo
lo
jar
ˈxaɾ
khar
alejaraflojar

Ορισμός και σημασία του "alojar"στα ισπανικά

alojar
01

φιλοξενώ, παραθέτω κατάλυμα

quedarse en un lugar temporalmente para dormir o vivir 
alojar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aloja
ενεστώτα μετοχή
alojando
απλός αόριστος
me alojé
παθητική μετοχή
alojado
Παραδείγματα
Nos alojamos en un hotel cerca de la playa. 

Φιλοξενηθήκαμε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στην παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store