Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alojar
01
φιλοξενώ, παραθέτω κατάλυμα
quedarse en un lugar temporalmente para dormir o vivir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aloja
ενεστώτα μετοχή
alojando
απλός αόριστος
me alojé
παθητική μετοχή
alojado
Παραδείγματα
Nos alojamos en un hotel cerca de la playa.
Φιλοξενηθήκαμε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στην παραλία.
LanGeek



























