Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alojar
[past form: me alojé][present form: me alojo]
01
φιλοξενώ, παραθέτω κατάλυμα
quedarse en un lugar temporalmente para dormir o vivir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aloja
ενεστώτα μετοχή
alojando
απλός αόριστος
me alojé
παθητική μετοχή
alojado
Παραδείγματα
Me alojé en un apartamento en el centro.
Φιλοξενήθηκα σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης.



























