urbano
ur
oor
ba
ˈβa
ba
no
no
no
gusanohumanotiranoverano

Ορισμός και σημασία του "urbano"στα ισπανικά

01

αστικός

relacionado con la ciudad o con zonas de la ciudad 
urbano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
urbano
αρσενικό πληθυντικό
urbanos
θηλυκό ενικό
urbana
θηλυκό πληθυντικό
urbanas
Παραδείγματα
El transporte urbano es rápido y eficiente. 

Η αστική μεταφορά είναι γρήγορη και αποτελεσματική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store