Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mejorar
01
βελτιώνω
hacer que algo sea mejor o más bueno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mejoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
mejora
ενεστώτα μετοχή
mejorando
απλός αόριστος
mejoré
παθητική μετοχή
mejorado
Παραδείγματα
Quiero mejorar mi español.
Θέλω να βελτιώσω τα ισπανικά μου.
02
βελτιώνω
aumentar en la calidad, el nivel o la eficacia
Intransitive
Παραδείγματα
Mi español está mejorando con la práctica diaria.
Τα ισπανικά μου βελτιώνονται με την καθημερινή εξάσκηση.
03
σπάζω, ξεπεράσω
superar un registro, marca o desempeño previo en deportes o competencias
Παραδείγματα
El atleta mejoró el récord mundial.
Ο αθλητής βελτίωσε το παγκόσμιο ρεκόρ.
04
βελτιώνω, ανακτώ
recobrar la salud, el ánimo o un estado anterior positivo
Παραδείγματα
Después de la gripe, Juan está mejorando.
Μετά τη γρίπη, ο Χουάν βελτιώνεται.



























