la diversión
di
di
di
ver
βeɾ
ber
sión
ˈsjon
syon
divisióndispersión

Ορισμός και σημασία του "diversión"στα ισπανικά

01

διασκέδαση, ψυχαγωγία

actividad que causa alegría o entretenimiento 
la diversión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La película fue pura diversión. 

Η ταινία ήταν καθαρή διασκέδαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store