Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La diversión
01
διασκέδαση, ψυχαγωγία
actividad que causa alegría o entretenimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La música trae alegría y diversión.
Η μουσική φέρνει χαρά και διασκέδαση.



























