la calidad
ca
ka
ka
li
li
li
dad
ˈðað
dhadh
cavidadcualidadcaridad

Ορισμός και σημασία του "calidad"στα ισπανικά

01

ποιότητα, αριστεία

grado de excelencia de algo o alguien 
la calidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La ropa de esta tienda tiene muy buena calidad. 

Τα ρούχα σε αυτό το κατάστημα έχουν πολύ καλή ποιότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store