Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anotar
[past form: anoté][present form: anoto]
01
σημειώνω, καταγράφω
escribir información para recordarla o registrarla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
anoto
γ΄ ενικό πρόσωπο
anota
ενεστώτα μετοχή
anotando
απλός αόριστος
anoté
παθητική μετοχή
anotado
Παραδείγματα
Ella anotó los nombres de todos los participantes.
Αυτή κατέγραψε τα ονόματα όλων των συμμετεχόντων.
02
σκοράρω, βάζω γκολ
marcar puntos en un juego o competición
Παραδείγματα
Anotar es esencial para ganar el partido.
Σκοράρισμα είναι απαραίτητο για να κερδίσεις το παιχνίδι.



























