Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anotar
01
σημειώνω, καταγράφω
escribir información para recordarla o registrarla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
anoto
γ΄ ενικό πρόσωπο
anota
ενεστώτα μετοχή
anotando
απλός αόριστος
anoté
παθητική μετοχή
anotado
Παραδείγματα
Necesito anotar los números de teléfono de mis amigos.
Πρέπει να σημειώσω τους αριθμούς τηλεφώνου των φίλων μου.
02
σκοράρω, βάζω γκολ
marcar puntos en un juego o competición
Παραδείγματα
El jugador anotó un gol en el último minuto.
Ο παίκτης σκόραρε ένα γκολ στο τελευταίο λεπτό.



























