andar
Pronunciation
/andˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "andar"στα ισπανικά

andar
[past form: anduve][present form: ando]
01

περπατώ

moverse caminando de un lugar a otro
andar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ando
γ΄ ενικό πρόσωπο
anda
ενεστώτα μετοχή
andando
απλός αόριστος
anduve
παθητική μετοχή
andado
Παραδείγματα
Andamos buscando un restaurante abierto.
Περπατάμε ψάχνοντας για ένα ανοιχτό εστιατόριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store