andar
an
an
an
dar
ˈdaɾ
dar
anidaranudar

Ορισμός και σημασία του "andar"στα ισπανικά

01

περπατώ

moverse caminando de un lugar a otro 
andar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ando
γ΄ ενικό πρόσωπο
anda
ενεστώτα μετοχή
andando
απλός αόριστος
anduve
παθητική μετοχή
andado
Παραδείγματα
Ando al trabajo todos los días. 

Περπατάω στη δουλειά κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store