Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La suerte
01
τυχη, καλοτυχία
fuerza o circunstancia que decide el resultado de algo sin control humano
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Tengo suerte cuando juego a las cartas.
Έχω τυχη όταν παίζω χαρτιά.



























