la suerte
suer
ˈsweɾ
sver
te
te
te
fuertemuerte

Ορισμός και σημασία του "suerte"στα ισπανικά

01

τυχη, καλοτυχία

fuerza o circunstancia que decide el resultado de algo sin control humano 
la suerte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Tengo suerte cuando juego a las cartas. 

Έχω τυχη όταν παίζω χαρτιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store