el gorro
go
ˈgo
go
rro
ro
ro
gordo

Ορισμός και σημασία του "gorro"στα ισπανικά

01

καπέλο

una prenda de tela o punto que se usa en la cabeza 
el gorro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gorros
Παραδείγματα
El niño se puso el gorro para salir al recreo. 

Το παιδί φόρεσε το καπέλο του για να βγει στο διάλειμμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store