monumental
mo
mo
μο
nu
nu
νου
men
men
μεν
tal
ˈtal
ταλ
documentalvocacionalartificialpresencial

Ορισμός και σημασία του "monumental"στα ισπανικά

monumental
01

μνημειώδης

de gran tamaño, importancia o impacto 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas monumental
συγκριτικός βαθμός
mas monumental
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
monumental
αρσενικό πληθυντικό
monumentales
θηλυκό ενικό
monumental
θηλυκό πληθυντικό
monumentales
θεματικό πεδίο
tamaño, importancia
Παραδείγματα
Fue un esfuerzo monumental del equipo. 

Ήταν μια μνημειώδης προσπάθεια της ομάδας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

monumental
monument
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store