Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El igualitario
[gender: masculine]
01
ισοτιμιστής, υπέρμαχος της ισότητας
persona que defiende la igualdad entre todas las personas, especialmente en derechos y oportunidades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
igualitarios
Παραδείγματα
Ser igualitario no significa ignorar las diferencias culturales, sino respetarlas.
Το να είσαι ισοτιμιστής δεν σημαίνει να αγνοείς τις πολιτισμικές διαφορές, αλλά να τις σέβεσαι.



























