Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cónsul
01
funcionario que representa a su país en una ciudad extranjera
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cónsules
Παραδείγματα
El cónsul atendió a los ciudadanos.



























