Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El peso
[gender: masculine]
01
βάρος
medida de la fuerza que ejerce un cuerpo debido a la gravedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pesos
Παραδείγματα
El peso del objeto afecta su movimiento.
Το βάρος του αντικειμένου επηρεάζει την κίνησή του.
peso
01
πέσο, πέσο
unidad de dinero utilizada en varios países de América Latina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
peso
γ΄ ενικό πρόσωπο
pesa
ενεστώτα μετοχή
pesando
απλός αόριστος
pesó
παθητική μετοχή
pesado
Παραδείγματα
Guardé 500 pesos en mi cartera.
Φύλαξα 500 πέσο στο πορτοφόλι μου.



























