pasear
pa
pa
pa
sear
ˈseaɾ
sear
pasarpastarpalearpasmar

Ορισμός και σημασία του "pasear"στα ισπανικά

pasear
01

περπατώ

caminar por placer o para descansar 
pasear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
paseo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pasea
ενεστώτα μετοχή
paseando
απλός αόριστος
paseé
παθητική μετοχή
paseado
Παραδείγματα
Me gusta pasear por el parque. 

Μου αρέσει να περπατάω στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store