pasear
Pronunciation
/pˌaseˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "pasear"στα ισπανικά

pasear
01

περπατώ

caminar por placer o para descansar
pasear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
paseo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pasea
ενεστώτα μετοχή
paseando
απλός αόριστος
paseé
παθητική μετοχή
paseado
Παραδείγματα
Ellos pasean en el centro de la ciudad.
Αυτοί περιπατούν στο κέντρο της πόλης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store